Η φωτιά που ξέσπασε από αγροτοδασική έκταση και επεκτάθηκε σε μονάδα ανακύκλωσης στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης δεν αποτέλεσε ακόμη μία πυρκαγιά του ελληνικού καλοκαιριού. Μέσα σε λίγες ώρες εξελίχθηκε σε ένα από τα σοβαρότερα περιστατικά ατμοσφαιρικής ρύπανσης των τελευταίων ετών. Οι φλόγες τύλιξαν εγκαταστάσεις όπου υπήρχαν τεράστιες ποσότητες πλαστικών, ελαστικών και άλλων ανακυκλώσιμων υλικών, δημιουργώντας ένα πυκνό τοξικό νέφος που κάλυψε μεγάλο μέρος της Θεσσαλονίκης. Οι κάτοικοι έλαβαν μήνυμα από το 112 να παραμείνουν στα σπίτια τους με κλειστά παράθυρα και πόρτες, ενώ η Πυροσβεστική χρειάστηκε να προχωρήσει ακόμη και στην επιχωμάτωση των εστιών, «θάβοντας» κυριολεκτικά τη φωτιά ώστε να περιοριστεί η έκλυση επικίνδυνων αερίων.
Το πιο ανησυχητικό όμως ήταν αυτό που δεν μπορούσε να δει κανείς με γυμνό μάτι. Οι αέριες μάζες μετέφεραν τον καπνό εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Δορυφορικές καταγραφές και μετεωρολογικά μοντέλα έδειξαν ότι το νέφος δεν περιορίστηκε στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά ταξίδεψε πάνω από μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής χώρας, φτάνοντας μέχρι την Αττική. Ένα βιομηχανικό συμβάν τοπικής κλίμακας εξελίχθηκε σε περιβαλλοντικό γεγονός με επιπτώσεις που ξεπέρασαν κατά πολύ τα όρια του Δήμου Ωραιοκάστρου.
Η Δυτική Θεσσαλονίκη είναι μια από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές ζώνες της Ελλάδας. Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο οι εγκαταστάσεις SEVESO.
Η ευρύτερη περιοχή της δυτικής Θεσσαλονίκης – από τη Σίνδο και το Καλοχώρι μέχρι το Ωραιόκαστρο, τον Εύοσμο και τις βιομηχανικές περιοχές που αναπτύσσονται περιμετρικά του πολεοδομικού συγκροτήματος – αποτελεί μία από τις σημαντικότερες βιομηχανικές συγκεντρώσεις της χώρας. Στην περιοχή λειτουργούν εγκαταστάσεις που υπάγονται στην ευρωπαϊκή Οδηγία SEVESO III, λόγω της αποθήκευσης μεγάλων ποσοτήτων καυσίμων, χημικών ουσιών και άλλων επικίνδυνων υλικών.
Οι εγκαταστάσεις αυτές βρίσκονται υπό αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο. Υποχρεούνται να διαθέτουν μελέτες ασφαλείας, σχέδια αντιμετώπισης ατυχημάτων μεγάλης έκτασης, ειδικές διαδικασίες πρόληψης και υπόκεινται σε ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές.
Το πραγματικό κενό όμως βρίσκεται αλλού.
Σε ολόκληρη τη δυτική Θεσσαλονίκη λειτουργούν δεκάδες μικρές και μεσαίες μεταποιητικές και βιομηχανικές μονάδες, όπως επιχειρήσεις ανακύκλωσης, πλαστικών, ελαστικών, αποθήκευσης πρώτων υλών, χρωμάτων, διαλυτών και άλλων εύφλεκτων υλικών, οι οποίες είναι διάσπαρτες μέσα στον αστικό ιστό, δίπλα σε κατοικίες, σχολεία και χώρους εργασίας.
Οι περισσότερες από αυτές δεν υπάγονται στην Οδηγία SEVESO, όχι επειδή δεν διαχειρίζονται επικίνδυνα υλικά, αλλά επειδή οι ποσότητες που αποθηκεύουν βρίσκονται κάτω από τα όρια που ενεργοποιούν το ειδικό καθεστώς της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να προκαλέσουν σοβαρό ατύχημα.
Το Ωραιόκαστρο απέδειξε ακριβώς αυτό. Δεν χρειάστηκε μια μεγάλη εγκατάσταση SEVESO για να δημιουργηθεί ένα τεράστιο τοξικό νέφος που επηρέασε τη Θεσσαλονίκη και μεταφέρθηκε εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Μια πυρκαγιά σε μονάδα ανακύκλωσης ήταν αρκετή για να κινητοποιήσει ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό και να προκαλέσει περιβαλλοντική επιβάρυνση εθνικής κλίμακας.
Το συμπέρασμα είναι σαφές. Η επικινδυνότητα μιας περιοχής δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις μεγάλες εγκαταστάσεις SEVESO, αλλά και από τη συσσώρευση πολλών μικρότερων βιομηχανικών δραστηριοτήτων, οι οποίες μεμονωμένα μπορεί να μην υπάγονται στο αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, συνολικά όμως δημιουργούν ένα διαρκές βιομηχανικό φορτίο και αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα πυρκαγιάς ή άλλου σοβαρού συμβάντος.
Η νομοθεσία βλέπει κάθε μονάδα ξεχωριστά. Ο κίνδυνος όμως είναι σωρευτικός.
Σήμερα το θεσμικό πλαίσιο αξιολογεί κάθε επιχείρηση ξεχωριστά. Δεν αξιολογεί πάντοτε τη συνολική συγκέντρωση δεκάδων μικρών εγκαταστάσεων στην ίδια περιοχή ούτε τον συνδυαστικό κίνδυνο που δημιουργούν όταν λειτουργούν μέσα σε έναν πυκνοκατοικημένο αστικό ιστό.
Αυτό είναι το μεγάλο κενό που ανέδειξε η φωτιά στο Ωραιόκαστρο.
Η λύση υπάρχει
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι, παρά την πρόοδο στην Πολιτική Προστασία, η χώρα εξακολουθεί να μην διαθέτει ένα ολοκληρωμένο σύστημα συνεχούς περιβαλλοντικής επιτήρησης για περιοχές αυξημένης βιομηχανικής δραστηριότητας.
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στην κατάσβεση των πυρκαγιών, αλλά στη δημιουργία μιας νέας «ασπίδας» περιβαλλοντικής προστασίας. Φίλτρα σύγχρονης αντιρρυπαντικής τεχνολογίας δέσμευσης ρύπων PMs για τις ημέρες που η περιοχή θα κατακλύζονταν από το τοξικό νέφος και τους αέριους ρύπους που προκλήθηκαν από κάποιο ατύχημα θα μετριάζαν σημαντικά έως και 60% την επιβάρυνση που θα δέχονταν η περιοχή, ενώ μέσω ειδικών αισθητήρων συνεχούς παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα θα παρακολουθούνταν η πορεία του φαινομένου του τοξικού νέφους και η ημερήσια επιβάρυνση της περιοχής έως την πλήρη εκτόνωσή του. Κατόπιν, και με την υποστήριξη των τοπικών δημοτικών αρχών και το τακτικό πλύσιμο των επιφανείων των δημόσιων χώρων, των σχολείων και των πεζοδρομίων, θα διασφαλιζόταν στο ακέραιο η δημόσια υγεία.
Η φωτιά στο Ωραιόκαστρο δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη μεμονωμένο περιστατικό. Ανέδειξε ένα διαχρονικό πρόβλημα που αφορά συνολικά τις σύγχρονες βιομηχανικές περιοχές της χώρας. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η αποτελεσματική κατάσβεση μιας πυρκαγιάς. Είναι η έγκαιρη ανίχνευση, η συνεχής περιβαλλοντική επιτήρηση και η προστασία της δημόσιας υγείας πριν το επόμενο περιστατικό εξελιχθεί σε κρίση ακόμη μεγαλύτερης κλίμακας.

