Τα πρόσφατα στοιχεία για την πορεία της εστίασης στη Θεσσαλονίκη τον Ιούνιο – με μείωση τζίρου που σε πολλές περιοχές άγγιξε το 40%, όπως καταγράφεται στη σχετική έρευνα και σε ρεπορτάζ σε έγκυρα ΜΜΕ της πόλης – προκαλούν βαθύ προβληματισμό. Δεν μιλάμε για απλή κάμψη, αλλά για καθίζηση σε έναν κλάδο που υποτίθεται ότι αποτελεί το μεγάλο μας ατού και τη βιτρίνα του τουρισμού μας.

– Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Θεσσαλονίκης
– Πρώην Αντιδήμαρχος Καθαριότητας, Ανακύκλωσης και Μηχανικών Μέσων του Δήμου Θεσσαλονίκης
– Πρώην Οικονομικός Επόπτης του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης
– Πρόεδρος Ένωσης Καπνοπωλών, Ψιλικών και Περιπτέρων Μακεδονίας
Γράφει ο Κωνσταντίνος Ιακώβου*
Πώς γίνεται, λοιπόν, σε μια πόλη που επενδύει στη γαστρονομία ως θεμέλιο του τουριστικού της προϊόντος, να βλέπουμε καθημερινά μειώσεις στον τζίρο και λουκέτα; Πού αποτυγχάνουμε όταν η Θεσσαλονίκη διαφημίζεται διαρκώς ως «γαστρονομική πρωτεύουσα», αλλά οι επαγγελματίες της εστίασης βιώνουν πρωτοφανή πίεση και αβεβαιότητα; Και ναι, πράγματι, η Θεσσαλονίκη δικαίως εντάχθηκε στο Δίκτυο Δημιουργικών Πόλεων της UNESCO στον Τομέα της Γαστρονομίας (UNESCO Creative Cities Network/Gastronomy). Αυτή η επιτυχία του 2021 αποτελεί μία ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη, ενισχύει την τουριστική ταυτότητα της πόλης, καθιστώντας την σημαντικό γαστρονομικό και πολιτιστικό προορισμό. Από εκεί και πέρα όμως οι αριθμοί και τα δεδομένα σήμερα δεν μας κάνουν αισιόδοξους.
Ο ανοδικά κινούμενος τουρισμός τελικά τι αφήνει;
Η πραγματικότητα είναι ότι παρά τις πανηγυρικές ανακοινώσεις για αφίξεις τουριστών, η μέση δαπάνη ανά επισκέπτη παραμένει καθηλωμένη σε χαμηλά επίπεδα. Ο τουρίστας έρχεται, αλλά μένει λίγο και ξοδεύει ελάχιστα. Κι αυτό ακυρώνει στην πράξη όλο το αφήγημα για την «τουριστική άνθηση» που υποτίθεται πως ζούμε. Η πόλη μας δεν έχει καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει το brand της – να μετατρέψει τη φήμη της για καλό φαγητό σε υψηλότερους τζίρους για τους επαγγελματίες που επενδύουν, δουλεύουν και στηρίζουν την οικονομία της. Το τουριστικό προϊόν μας δεν έχει καταφέρει να προσφέρει τέτοια εμπειρία ώστε να αυξήσει τη μέση παραμονή και δαπάνη ανά επισκέπτη. Η Θεσσαλονίκη μοιάζει παγιδευμένη σε μια λογική «γρήγορης επίσκεψης» και «φθηνού τουρισμού», ενώ οι επαγγελματίες της εστίασης παραμένουν εκτεθειμένοι σε ένα περιβάλλον αυξημένων πάγιων εξόδων και μειούμενων εισπράξεων.
Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορείς να πανηγυρίζεις για αριθμούς αφίξεων όταν τα καταστήματα που υποτίθεται ότι επωφελούνται βρίσκονται στα όρια της βιωσιμότητας. Δεν μπορείς να περηφανεύεσαι για διακρίσεις στη γαστρονομία όταν η τοπική αγορά στενάζει. Η ουσία του τουριστικού μας προϊόντος πρέπει να είναι η ποιότητα, η διάρκεια παραμονής, η ουσιαστική εμπειρία που θα παρακινεί τον επισκέπτη να ξοδέψει, να μείνει, να επιστρέψει.
Οι Έλληνες που χάθηκαν;
Η ακρίβεια έχει περιορίσει την αγοραστική δύναμη των κατοίκων της πόλης. Βδομάδα με τη βδομάδα, μήνα με το μήνα, αλλάζουν συνήθειες δεκαετιών και επιλέγεται η παραμονή στο σπίτι, η κατανάλωση προϊόντων στο σπίτι και ο περιορισμός των εξόδων για φαγητό και διασκέδαση. Η μειωμένη αγοραστική δύναμη των πολιτών από τη μία και η ακρίβεια από την άλλη μειώνουν τους τζίρους. Ακρίβεια που οφείλεται στις πληθωριστικές πιέσεις που δέχεται ο κλάδος της εστίασης. Πρώτες ύλες, μεταφορικά, ενέργεια, φορολογία, έλλειψη προσωπικού – όλα μαζί συνθέτουν μείγμα εκρηκτικό.
Τί πρέπει να γίνει για να αποφύγουμε τα λουκέτα;
Χρειάζεται στρατηγικό σχέδιο που θα συνδέει την εστίαση με τον τουρισμό ουσιαστικά και όχι μόνο επικοινωνιακά. Πρέπει να μειωθεί το λειτουργικό κόστος για τις επιχειρήσεις με κάθε τρόπο. Πρέπει να προωθηθεί η τοπική παραγωγή και να δημιουργηθεί πραγματική υπεραξία. Να γίνουν επενδύσεις σε υποδομές, σε υπηρεσίες, σε δράσεις που θα κρατήσουν τον επισκέπτη περισσότερες μέρες στην πόλη και θα μετατρέψουν τη Θεσσαλονίκη σε προορισμό εμπειρίας, όχι διέλευσης.
Αν δεν δούμε κατάματα αυτή την πραγματικότητα, οι αριθμοί θα συνεχίσουν να διαψεύδουν το αφήγημα της επιτυχίας και οι επαγγελματίες της εστίασης θα συνεχίσουν να αγωνίζονται μόνοι τους, χωρίς το στήριγμα που αξίζουν. Και μιλάμε για έναν κλάδο ιδιαίτερα δυναμικό, στον οποίο έχουν επενδυθεί ιδιωτικά πολλά εκατομμύρια ευρώ και αποτελεί μια επιχειρηματική – επαγγελματική διέξοδο για πολλούς.
Η Θεσσαλονίκη δεν έχει ανάγκη μόνο τουρίστες. Χρειάζεται τουρίστες που να αγαπήσουν την πόλη, να τη ζήσουν, να την επιλέξουν ξανά και να αφήσουν πίσω τους πραγματική υπεραξία. Χρειάζεται όμως και τους κατοίκους της, τους Έλληνες που βγαίνουν – διασκεδάζουν – καταναλώνουν. Μόνο τότε θα δικαιωθεί το όνειρο μιας Θεσσαλονίκης που δεν θα βασίζεται στη φήμη της, αλλά θα επενδύει στη διαρκή ποιοτική της εξέλιξη.

