Η εικόνα των πυκνών μαύρων καπνών που σκέπασαν τον ουρανό της δυτικής Αττικής μετά τη μεγάλη πυρκαγιά σε επιχείρηση στον Ασπρόπυργο δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη έκτακτη είδηση. Είναι μια ακόμη υπενθύμιση ότι η μεγαλύτερη μητροπολιτική περιοχή της χώρας βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διαρκώς αυξανόμενη περιβαλλοντική πίεση, η οποία πλέον δεν περιορίζεται μόνο στην καθημερινή ατμοσφαιρική ρύπανση, αλλά εντείνεται από ολοένα και συχνότερα φαινόμενα πυρκαγιών.
Η Αττική εδώ και δεκαετίες επιβαρύνεται από την έντονη κυκλοφορία οχημάτων, τις βιομηχανικές δραστηριότητες, τα λιμάνια, τις ενεργειακές εγκαταστάσεις και τη μεγάλη πληθυσμιακή συγκέντρωση. Περιοχές όπως το Θριάσιο Πεδίο, ο Ασπρόπυργος, η Ελευσίνα και τα δυτικά προάστια συγκαταλέγονται στις πλέον επιβαρυμένες περιβαλλοντικά ζώνες της χώρας, καθώς φιλοξενούν σημαντικό μέρος της βαριάς βιομηχανίας και των εγκαταστάσεων logistics.
Σε αυτό το ήδη βεβαρημένο περιβάλλον προστίθενται πλέον όλο και συχνότερα μεγάλες πυρκαγιές, είτε σε δασικές εκτάσεις είτε σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις, αποθήκες και χώρους απορριμμάτων. Τα περιστατικά αυτά δεν απελευθερώνουν μόνο καπνό, αλλά και ένα σύνθετο μίγμα επικίνδυνων αέριων ρύπων και μικροσωματιδίων, ανάλογα με τα υλικά που καίγονται, επιβαρύνοντας περαιτέρω την ποιότητα του αέρα που αναπνέουν εκατομμύρια πολίτες.
Η πρόσφατη φωτιά στον Ασπρόπυργο, πέρα από τους σοβαρούς τραυματισμούς εργαζομένων και την κινητοποίηση των αρχών, δημιούργησε ένα εκτεταμένο νέφος καπνού που έγινε ορατό από πολλές περιοχές της Αττικής. Το γεγονός ανέδειξε για ακόμη μία φορά τον κίνδυνο που δημιουργείται όταν βιομηχανικά ατυχήματα εκδηλώνονται σε μια ήδη επιβαρυμένη ατμόσφαιρα.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η έκθεση σε αυξημένες συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων και προϊόντων καύσης μπορεί να επηρεάσει ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες, όπως ηλικιωμένους, παιδιά και άτομα με αναπνευστικά ή καρδιαγγειακά νοσήματα. Όταν τέτοια επεισόδια επαναλαμβάνονται μέσα στο καλοκαίρι, σε συνδυασμό με υψηλές θερμοκρασίες και παρατεταμένους καύσωνες, οι επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής γίνονται ακόμη πιο έντονες.
Η κλιματική κρίση φαίνεται να μετατρέπει αυτές τις καταστάσεις από έκτακτα περιστατικά σε μια νέα πραγματικότητα. Οι υψηλές θερμοκρασίες, η παρατεταμένη ξηρασία και οι ακραίες καιρικές συνθήκες αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο εκδήλωσης και εξάπλωσης πυρκαγιών, ενώ η γειτνίαση κατοικημένων περιοχών με βιομηχανικές εγκαταστάσεις δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους τόσο για τη δημόσια υγεία όσο και για το περιβάλλον.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η άμεση αντιμετώπιση κάθε πυρκαγιάς, αλλά η διαμόρφωση μιας συνολικής στρατηγικής που θα περιορίζει την ατμοσφαιρική επιβάρυνση, θα ενισχύει την πρόληψη βιομηχανικών ατυχημάτων και θα προστατεύει αποτελεσματικότερα τους κατοίκους της Αττικής. Γιατί κάθε νέο σύννεφο καπνού δεν εξαφανίζεται απλώς όταν σβήσουν οι φλόγες· προστίθεται σε ένα ήδη βαρύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα που διαμορφώνει τις συνθήκες ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων.
Οι αριθμοί που αποτυπώνουν το πρόβλημα
Η περιβαλλοντική επιβάρυνση της Αττικής δεν αποτελεί απλώς μια αίσθηση των κατοίκων, αλλά αποτυπώνεται και στα επίσημα στοιχεία διεθνών οργανισμών. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), η μέση ετήσια συγκέντρωση των αιωρούμενων μικροσωματιδίων PM2.5 στην Ελλάδα ανήλθε στα 15,9 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο (μg/m³). Η τιμή αυτή είναι υπερτριπλάσια από τη νέα κατευθυντήρια οδηγία του ΠΟΥ, η οποία ορίζει ως ασφαλές ετήσιο όριο τα 5 μg/m³.
Τα PM2.5 θεωρούνται από τους πλέον επικίνδυνους ατμοσφαιρικούς ρύπους, καθώς λόγω του εξαιρετικά μικρού μεγέθους τους διεισδύουν βαθιά στους πνεύμονες και μπορούν να περάσουν ακόμη και στην κυκλοφορία του αίματος, αυξάνοντας τον κίνδυνο αναπνευστικών και καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική κατά τη διάρκεια των μεγάλων πυρκαγιών. Η καύση δασικής βλάστησης, αλλά κυρίως βιομηχανικών υλικών, πλαστικών και χημικών ουσιών, προκαλεί απότομη αύξηση των συγκεντρώσεων μικροσωματιδίων και τοξικών αερίων. Ειδικά στη Δυτική Αττική, όπου συνυπάρχουν βιομηχανικές εγκαταστάσεις, αποθηκευτικοί χώροι και πυκνή κυκλοφορία βαρέων οχημάτων, κάθε μεγάλη πυρκαγιά επιβαρύνει ακόμη περισσότερο μια περιοχή που ήδη καταγράφει υψηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος επισημαίνει ότι κανένα κράτος της Ευρώπης δεν καταγράφει επίπεδα PM2.5 συμβατά με τις αυστηρότερες κατευθυντήριες οδηγίες του ΠΟΥ, γεγονός που αναδεικνύει την ατμοσφαιρική ρύπανση ως μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία.
Η Αττική, ως η πολυπληθέστερη και περισσότερο βιομηχανοποιημένη περιφέρεια της χώρας, συγκεντρώνει όλες τις συνθήκες που εντείνουν το φαινόμενο: υψηλή κυκλοφορία οχημάτων, εκτεταμένη βιομηχανική δραστηριότητα, περιορισμένο αερισμό του λεκανοπεδίου και, πλέον, ολοένα συχνότερα επεισόδια πυρκαγιών που επιβαρύνουν περαιτέρω την ποιότητα του αέρα.
Η Αττική παραμένει στο επίκεντρο της ατμοσφαιρικής επιβάρυνσης
Η Αττική αποτελεί διαχρονικά μία από τις πιο επιβαρυμένες περιφέρειες της χώρας ως προς την ποιότητα του αέρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (EEA), οι σταθμοί μέτρησης της Αθήνας καταγράφουν σε ετήσια βάση συγκεντρώσεις μικροσωματιδίων PM2.5 που κυμαίνονται περίπου μεταξύ 10 και 20 μg/m³, επίπεδα που υπερβαίνουν σημαντικά τη νέα κατευθυντήρια τιμή του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, η οποία έχει οριστεί στα 5 μg/m³.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο στις δυτικές περιοχές του Λεκανοπεδίου, όπως ο Ασπρόπυργος, η Ελευσίνα, το Κερατσίνι και το Πέραμα, όπου η συγκέντρωση βαριάς βιομηχανίας, οι λιμενικές δραστηριότητες, οι αποθηκευτικές εγκαταστάσεις και η συνεχής διέλευση χιλιάδων βαρέων οχημάτων επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα σε καθημερινή βάση.
Κατά τη διάρκεια επεισοδίων πυρκαγιών, οι συγκεντρώσεις των αιωρούμενων σωματιδίων μπορούν να αυξηθούν θεαματικά. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις μεγάλες πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2023 καταγράφηκαν σε περιοχές της Δυτικής Αθήνας και του Πειραιά ωριαίες συγκεντρώσεις PM2.5 που προσέγγισαν ακόμη και τα 100 μg/m³, δηλαδή έως και 20 φορές υψηλότερες από το επίπεδο που θεωρεί ο ΠΟΥ ασφαλές ως ετήσιο μέσο όρο.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η επιβάρυνση δεν οφείλεται πλέον μόνο στην κυκλοφορία ή στη βιομηχανική δραστηριότητα. Οι ολοένα συχνότερες δασικές και βιομηχανικές πυρκαγιές δημιουργούν επαναλαμβανόμενα επεισόδια κακής ποιότητας αέρα, μετατρέποντας την ατμοσφαιρική ρύπανση από ένα χρόνιο πρόβλημα σε μια διαρκή απειλή για τη δημόσια υγεία. Το αποτέλεσμα είναι ότι εκατομμύρια κάτοικοι της Αττικής εκτίθενται κάθε χρόνο σε συνδυασμό ρύπων, μικροσωματιδίων και τοξικών ουσιών, με τις δυτικές συνοικίες να επηρεάζονται δυσανάλογα λόγω της χωροθέτησης των βιομηχανικών δραστηριοτήτων.

